Τελευταῖα

Οδός Ελευθερίας

road-to-freedom-klik-kreatif

 

 

 

 

 

 

 

Εν πολλοίς, κακόμοιρε, όλα τον ίδιο δρόμο βαίνουν.
Παράτολμα, αλόγιστα, οριζόντια κ’ επίμονα.
Ένας αυτός, της ελευθερίας. Ο δρόμος ένας…
Θάθελα πολύ να μη σου πω για τις δυσκολίες, τη μάχη,
αλλά… θα σε βοηθούσε να τ’ αποφύγω;
Αέναος πόλεμος, βλέπεις, είναι – για κανέναν ποτέ δε σταμάτησε.
Γιατί, αν συνέβαινε, θα ήταν τόσο φτηνή η ελευθερία.
(Τόσο φτηνή, κι αν υπήρχε ακόμα…)
Θα το δεις, θα το καταλάβεις –δεν γελιέμαι–.. πως όλο δυσκολότερος ο δρόμος,
όσο περσότερο περί τούτου του πόθου καταγίγνεσαι.
Περί… για τα περίτρανα της ασύδοτης λαχτάρας σου.

Τρεις και μισή

 

 

 

 

 

 

Τρεις και μισή – ώρα για ύπνο.
Ύπνος. Τί εύκολο να το λες εσύ!
Φυσικά όμως δύσκολο για εμάς.
Εμείς, που μας πνίγει το χρέος, πώς να κοιμηθούμε εμείς;

Μα πώς, αν δε γράψουμε στο χαρτί τα ημερήσια.
Κι αν σε ρωτάω, που να μ’ ακούσεις τώρα εσύ, κοιμάσαι.
Τον ύπνο του δικαίου εσύ, μόνο για μας είν’ άδικη η ζωή.
Βάσανα, λύπες, ανησυχίες. Εμάς γυροφέρνουν!

Αργεί ο ύπνος, το ξέρεις;
Έχουμε πολλά να πούμε, ο χρόνος τρέχει.
Κυλάει κι αφήνει πίσω του πληγές.
Μόνη γιατρειά μας οι σκέψεις πρωτού να κοιμηθούμε.

Κι όταν ο Γέρος φτάνει, πάλι προδότης θα γένει το κορμί.
Άμοιρο πνεύμα, πάντα σε δίνει τούτο το σώμα.
Στο τέλος όσα κι αν έχεις πει, θα χεις ξεχάσει τόσα.
Και αύριο μέρα είναι.
Για σάς, όχι για εμάς.
Εδώ η μέρα τελειώνει όταν ξυπνούμε, κι αρχίζει πριν τον ύπνο.

Το ευχαριστώ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Να το τολμήσεις πριν το θάνατο.
Τέλος να είναι το αύριο για σένα κι ας έχουν μέρες να στο πουν.
Να το κραυγάσουνε οι θάλλασες κι οι ξέρες θα ρθει η μέρα.
Πάντα θα έρχεται σαν αναγνώριση απ’ αυτούς που δεν ζεις τώρα να σ’ ανταγωνιστούν.
Και θα το λένε πάνω απ’ το μνήμα σου σοβαροί.
Εγκεφαλικό επεισόδιο θα σκεφτόσουν, όμως όχι.
Ήρθε!
Το τίμημα της τόλμης, της προμήθειας, παλαβέ μου.
Κραυγές που δε θα φανταζόσουν – ας ήσουν εδώ να τις ακούσεις!
Ακούγονται όλα σαν το ε υ χ α ρ ι σ τ ώ.

Γράφω για μένα…

Έγραψα για τα πάθη.
Έγραψα για έρωτες.
Έγραψα για το παιδί, τη φύση.
Ακόμα έγραψα για τον αυτοκτόνο,
τον νοσταλγό, τον ήρωα.
Κάτι δικό μου, κάτι από εμένα
κι απ’ όλους εμάς ίσως κάτι.

Απ’ αυτά τί μπορείς να καταλάβεις;
Τί είσαι σε θέση να πιστέψεις;
Και που τα γράφω, θα πεις τί κέρδισα!
Τίποτα. Πες το εσύ, θέλω ν’ ακούσω να το λες!
Για να θυμάμαι πάντα: γράφω για μένα μόνο.
Όχι για σε. Και τα  “σας”, κοινά, καθολικά και τέτοια,
σχεδόν τα φτύνω – δεν με παρατάτε;

Νοιάζονται τόσο…

Η υπαρκτική παράσταση
μοιάζει κωμωδία δίχως γέλια θεατών.
Στο άκρως τραγικό σημείο
ακούγεται ο κρότος, οι κρότοι –
είναι τα παλαμάκια
που μόνη υπόσχεση έχουν μία:
πώς να σε γονατίσουν, να σε πατήσουν,
να στειρώσουν τα όνειρά σου πώς.

Αρκεί ένα βλέμμα τους και θα το δεις:
νοιάζονται τόσο για τη λεπτομέρεια
που θα δωρίσει αποτυχία.
Τόσο για μια ζαλάδα που τη στάση σου κλονίζει.
Τόσο για το κύμα που θα σε πνίξει,
τόσο ένα δάγκωμα, το δηλητήριο,
ο  θ ά ν α τ ο ς.

O μόνος που δεν τα καταφέρνει

 

 

 

 

 

 

 

 

Ένα ποτήρι νερό·
για τη ζέστη.
Μια απόδειξη, δεν ξέρω…
όχι απ’ αυτές που συνηθίζω.
Στιλό που δεν γράφουν.
Στιλό, που τι να γράψουν;
Και τα χαρτιά, εξάλλου…
κι αυτά αδειανά.
Τα κοιτώ και πληγώνομαι.
Το μάτι γυρίζει και βλέπω
κάτι βιβλία.
Μήπως, σκέφτομαι, ν’ άνοιγα κανένα,
μπας και μου ‘ρθεί ο οίστρος;
Ψυχικός, πνευματικός, ό,τι θες!
Απόψε νιώθω ο μόνος των Σέρπα
που δεν τα καταφέρνει.
Το βουνό το αισθάνομαι απάτητο
και τίποτα δεν με παρηγορεί.
Τίποτα, ακούς;
Μόνο να γράψω θέλω.

1-7: Βάρος νυκτερινό

Νύχτα βαριά κι ετούτη. Τόσο βαριά λες, που ο νους μου συσφίγγεται. Πίεση, πίεση… κι άλλη πίεση. Παρακαλώ πιέστε κι εσείς, ελάτε! Πόσο θ’ αντέξει κι αυτός, ζήτημα χρόνου είναι. Πόσα ν’ αντέξω κι εγώ, πόσα; Κάθε βράδυ νιώθω σαν κάτι να κάθεται περισσότερο απάνω στο ήδη φορτωμένο βάρος, και το οποίο σκίζει την πλάτη μου σαν πως σκίζει ο άνεμος τα βράχια. Πολύ σκληρός ο βράχος και επίμονος, πάντα επίμονος! Μα κι εσύ ξεράδι μου λυγίζεις. Κάπως, κάποτε θα μαλακώσεις.

Τούτο φοβάμαι που λες, πως τάχα μια μέρα θα κάνω κάποιο μεγάλο βήμα πίσω. Ένα μόνο; Μακάρι να ‘ναι ένα, ένα καλά θα είναι! Κι όμως, αισθάνομαι την αντίδραση σε ό,τι κάνω, την αντίθετη ορμή προς ό,τι είναι δικό μου. Για δες εδώ… κι εγώ που νόμιζα πως εγώ είμαι η αντίδραση! Ε τελικά τί τα θες; Δράση, αντίδραση, όλα ρευστά. Μην κοιτάς αυτούς, εγώ δεν είμαι σαν κι αυτούς. Δεν ξέρω, το λες αντίδραση, το λες αποστασία; Όπως θέλεις πες το, εμένα δεν άκουσα ποτέ το όνομα μου να το φωνάζουν σε καμμία ντουντούκα, κανένα κέρας δεν ήταν για ‘μένα. Οπότε; Κάνω ό,τι κάνω, όπως το κάνω, όντας τέτοιος που είμαι όσο σου γράφω αυτά τώρα. Για αύριο δεν εγγυώμαι, μπορεί κι εγώ σαν τον βράχο… ξέρεις. Μπορέι, κατά κάποιαν πιθανότητα, μα ίσως και όχι. Α μη μου αγχώνεσαι, δεν θέλω να πισέψεις σε μένα, όχι, γιατί αυτό είναι το λάθος σου! Καιρός να το πω: ποτέ δεν με ενδιέφερε η γνώμη του άλλου, όποιος κι αν ήταν, τα καλύτερα λόγια να έλεγε, δεν μου καιγόταν καρφί. Έτσι είμαι εγώ, τί να κάνεις! Είμαι εγώ όμως, εγώ ο ίδιος και κανένας άλλος. Είμαι ότι νιώθω, ότι σκέφθομαι, ότι γράφω, ότι λέω. Κανενός η γνώμη δεν είμαι!

Άιντε τώρα με αυτή τη διάθεση που σου φτιαξα να συνεχίσεις παρακάτω. Έχω όμως να πω πως χαίρομαι πολύ όταν κάποιος νιώθει αυτά που λέω, κατανοεί και συμφωνεί. Μονάχα αυτά αρκούνε, τους επαίνους δεν μπορώ! Όχι επαίνους, άνθρωπε – αγαπητέ μου άνθρωπε, μη σε παρακαλώ.

Συνεχίζοντας, εγώ δεν ορκίζομαι πως θα μείνω ίδιος. Έχω κάτι στον νου μου για το μέλλον; Όχι, όχι, απλώς προσπαθώ να μην λέω μεγάλα πράγματα, κουβέντες τρύπιες. Τί είχε πει ο ποιητής, θυμάσαι; «Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις». Σαν πρόκες, ναι! Να έχεις να κρεμάσεις στον τοίχο τον πιο όμορφο πίνακα με λέξεις και φράσεις χρωματένιες, με κήπους της Εδέμ και λούλουδα του δάσους, με σκηνικά από έρωτες και μυστήρια, αλλά πάντα οι λέξεις αυτές πρόκες, πάντα, για να στέκει καλά ο πίναξ. Να μην είν’ ανισόρροπος φίλε μου, γιατί έτσι που πας; Από πού θα γύρεις να τον ιδείς και δεν θα νιώσεις κάτι να λείπει; Γιατί κάτι θα λείπει, δε γίνεται, στο λέω εγώ!

Τί έλεγα; Να, είδες, η νύχτα με έχει καταπλακώσει για τα καλά, δεν μπορώ να βάλω σε τάξη το μυαλό μου. Έλεγα, για κείνες τις ντουντούκες που σαλπίζουν αγωνιστές, επαναστάτες, αντισυμβατικούς, αλλοιώτικους, πνευματικούς, δροσάτους, μυρωδάτους. Κι ούτε ένα γράμμα. Κάππα, ωμένα, νι… είναι δύσκολο, είναι λοιπόν – το παραδέχομαι κι εγώ. Ας μην το λέτε, ας μην το λέτε κι ας το ξέρετε. Προσποιητά κι ανώριμα κάνετε πως δεν ακούσατε ή δεν είδατε, μα σας θυμάμαι εκεί. Κοίτα, δεν ξέρω ποιός ξεχωριστά, όμως σας μέτραγα και θυμάμαι πολλούς! Ω, κι εσείς που βλέπατε έναν μονάχο του και τον ακούγατε; Τώρα την εξετάζετε τη δύναμή σας; Τί να πιάσει, τώρα, που δεν σας θυμάμαι παρά σαν ασύστατη μάζα, ενώ εσείς έχετε το πρόσωπό μου – το μοναδικό – στον νου σας; Αναγνώστη μου, εσύ μην με αποπαίρνεις. Με ρωτούν πολλοί, σε ποιόν μιλώ, ποιόν φωνάζω, δικάζω, καταριέμαι κάθε φορά; Εύλογο ερώτημα! Αγαπάω τόσο πολύ τους ανθρώπους που δεν έχω το κουράγιο να τους στήσω στο εκτελεστικό απόσπασμα. Σε κανένα τέτοιο απόσπασμα! Τώρα, εσύ που με ρωτάς για τα “σεις” και τα “σας” μου, σου λέω πως ούτε κι ο ίδιος έχω καταλήξει ακόμη. Βέβαια με απογοητεύει η κοινωνία, ο λαός, όλοι αυτοί οι άγνωστοι και γνωστοί που προσπαθούν να με σκίσουν όπως ο άνεμος το βράχο, όμως σε βεβαιώνω πως την ώρα που γράφω δεν έχω κάποιον στο μυαλό μου. Τελείως ασυναίσθητα και αυθόρμητα, ίσως να είναι κι ένα φανταστικό ακροατήριο. Θα είναι, βλέπεις, που συνήθισα να μιλάω μόνος, να καταλαβαίνω και να συμφωνώ μόνος. Και να διαφωνώ ακόμα, ω… μεγάλεια – που να με έβλεπες!

Και η νύχτα δική μου δεν είναι; Δικό μου το βάρος, δικό μου κι απόψε.

Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: